στρωματιά

στρωματιά
η подстилка (для скота)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "στρωματιά" в других словарях:

  • στρωματιά — η, Ν στρωμνή για ζώα. [ΕΤΥΜΟΛ. < στρώμα, ατος + κατάλ. ιά (πρβλ. ρεματ ιά)] …   Dictionary of Greek

  • στρωμάτιον — τὸ, Α [στρῶμα, ώματος] 1. υποκορ. στρωματάκι 2. στον πληθ. τὰ στρωμάτια σκεπάσματα κλίνης …   Dictionary of Greek

  • στρωμνή — η, ΝΜΑ, και αιολ. τ. στρώμνα και δωρ. τ. στρωμνά Α 1. στρωμένη κλίνη 2. κλίνη, ανάκλιντρο 3. καθετί που στρώνει κανείς σε κρεβάτι ή σε δάπεδο προκειμένου να κοιμηθεί πάνω σε αυτό, στρώμα νεοελλ. παχύ στρώμα από φυτικές ουσίες, λ.χ. άχυρο, πάνω… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»